Κορμί μου του ήλιου το ύψωμα, στ' απάρθενα βουνά,
σαν το έλατο το αθάνατο, κατάστηθα σε βρίσκει.
Καθάρια σαν το κρούσταλλο, στη σάρκα μου ως ξυπνά
η αυγή, απ' τις άφταστες κορφές μου προβοδάει κανίσκι.
Κυλάν πηδώντας άσωτα τα κρούσταλλα νερά.
Κ' εγώ γελώ στ' αντίφωνο ψηλά του καταρράχτη
βάνω το στόμα στον κρουνό σου, αστέρευτη χαρά!
Όμοια ποια νιότη στις πηγές ελούστη ή εκοιτάχτη;
Ω απάντεχο τ' ανήφορου, σαν κρύβεται η κορφή
κι όλο απομένει ν' ανεβείς σ' ευλογημένο αγώνα,
σα χάνονται, στο μάκρεμα του κάμπου, οι αδερφοί
κ' εσέ χτυπάει σαν τα φτερά στα πόδια σου το γόνα!
[...]
[Από την έκδοση]