«Το ομοίωμα της φρεγάτας καιγόταν στα ανοιχτά μέσα στο σκοτάδι, χαρίζοντας μια απόκοσμη λάμψη στον ουρανό, κι η θάλασσα βάφτηκε κατακόκκινη, όταν κάποιος με κόλλησε στον τοίχο, πέρασε τα δάχτυλά του μέσα στα μαλλιά μου και με φίλησε παθιασμένα. Σύγχυση ένιωσα, γλυκιά ζάλη, καίγονταν τα πάντα μέσα μου και δροσίζονταν μαζί. Και τότε η νύχτα έγινε μέρα, ο ουρανός πλημμύρισε γιορτινά πυροτεχνήματα, μαγευτικά χρωματικά εφέ. Κι ο άντρας που με μάγεψε με το φιλί του ήταν άφαντος…»