Πρωί - πρωί. Έν' αυτοκίνητο γεμάτο σκίζει τους δρόμους της Αθήνας. Μισόγυμνοι είναι οι άνθρωποι. Με πρόσωπα χλομά κοιτάνε απ' το παράθυρο, ζητώντας να χαρούν για ύστερη φορά τους δρόμους, τους ανθρώπους, τα κτήρια, τα τραμ, όλη αυτή την κίνηση μιας πόλης που λέγεται ζωή και φεύγει μπρος στα μάτια τους με γρηγοράδα. Κι οι πρωινοί διαβάτες βλέπουν. Μέσα οι Γερμανοί, με τα όπλα τους στα χέρια, γύρω - τριγύρω σε τούτα τα κορμιά που πάνε για σφαγή. Σαν πρόβατα. Τα μάτια απελπισμένα. Κι αν πρόφτασες να δεις, δεν θα ξεχάσεις ποτέ το παράπονο του ανθρώπου που του στερούνε τη ζωή, ενώ ακόμα μέσα του σφριγάνε οι χυμοί της και καίει ο πόθος να χαρεί τον ήλιο που ξεπροβάλλει φέρνοντας σ' όλα τα άλλα πλάσματα της γης το φως και την ελπίδα. Άλλοτε έτσι. Άλλοτε βλέπεις άλλα. Απ' τα παράθυρα του μαύρου φορτηγού κοιτάνε μάτια όλο πείσμα και απόφαση.