Τριάντα ακριβώς χρόνια μετά την πρώτη ποιητική του απόπειρα, την «Εβδομη Συμφωνία» του, ο Μαρκόπουλος ελάχιστα φαίνεται να έχει μετακινηθεί από τον προσφιλή του λυρισμό. Μπορεί αυτός ο λυρισμός να είναι πλέον εξαιρετικά ώριμος, απαλλαγμένος από την αφέλεια και τον ακραίο πεσιμισμό εκείνης της εφηβικής ηλικίας, δεν παύει όμως οι ρίζες του να είναι ίδιες με εκείνες των νεανικών του ποιημάτων. Μετά το ορόσημο των «Πυροτεχνουργών» (1979), η στροφή του στο ένδον τοπίο του ανθρώπου συντελείται οριστικά. Ακόμα και όταν μιλά για εξωτερικά πράγματα εκείνο που τον ενδιαφέρει δεν είναι παρά τα τρομερά «βουνά της ψυχής». Όπως στο ποίημα που ανοίγει τη συλλογή (Η φοβερή πατρίδα μου)